Εμβοές Ίλιγγος Ακουολογικές εξετάσεις ενηλίκων

Κάνετε κλίκ σε ότι σας ενδιαφέρει

 
 
Ίλιγγος θέσης
 
Νευροωτολογία
ΗΝΓ
Η διάγνωση των διαταραχών της ισορροπίας, της ακοής, των εμβοών, και του ιλίγγου απαιτεί έμπειρο εξεταστή με βαθιά γνώση της ανατομίας και φυσιολογίας αλλά και πολύπλοκο εξοπλισμό που διαθέτουν οι εξειδικευμένοι στην Νευροωτολογία και τον ίλιγγο ΩΡΛ ιατροί. Ο γιατρός εξειδικεύτηκε στην Νευροωτολογία - Ακουολογία στο ειδικό ερευνητικό εργαστήριο ΝΕΥΡΟΩΤΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΚΟΗΣ και ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ της ΩΡΛ κλινικής του ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ Νοσοκομείο υπό την καθοδήγηση των καθηγητών 
Ε. ΦΕΡΕΚΥΔΗ, Κ. ΠΑΠΑΦΡΑΓΚΟΥ και Σ. ΚΟΡΡΕ.
 
Το εργαστήριο του ιατρείου μας διαθέτει όλον αυτόν τον σύγχρονο εξοπλισμό, και εξειδικεύεται στην εκτέλεση ποσοτικών και ποιοτικών μετρήσεων που αφορούν την ακουστική λειτουργία, τις εμβοές και την λειτουργία της ισορροπίας.
 
Ο γιατρός είναι  μέλος.
•Της Πανελλήνιας Ιατρικής Ακουολογικής Νευροωτολογικής Εταιρείας. 
 
Ο ωτορινολαρυγγολόγος είναι ο ποιό ειδικός στην αντιμετώπιση των ιλίγγων
 
• Γιατί το  όργανο της ισορροπίας ο λαβύρινθος, βρίσκεται στο αυτί.
• Γιατί οι συχνότερες παθήσεις που προκαλούν ίλιγγο είναι παθήσεις του λαβυρίνθου.
• Γιατί το ιατρικό εκπαιδευτικό σύστημα σε όλον τον δυτικό κόσμο, από παράδοση, εκπαιδεύει κυρίως τους ωτορινολαρυγγολόγους για την διάγνωση και αντιμετώπιση των ιλίγγων.


Ο ίλιγγος, οι εμβοές, και η βαρηκοΐα δεν είναι ασθένειες, αλλά συμπτώματα, γι αυτό θα πρέπει να αναζητείται η αιτία τους, η οποία σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι επικίνδυνη. Η εκτίμηση ξεκινά με λεπτομερές ιστορικό και επί πλέον ερωτηματολόγιο, που θα ποσοτικοποιήσει το πρόβλημα, εντοπίζοντας τις λειτουργικές, τις κοινωνικές, και συναισθηματικές επιπτώσεις του, και συνεχίζεται με εξετάσεις κλινικές, ακουολογικές, νευροωτολογικές, αιματολογικές και ενίοτε απεικονιστικές.

Ακουολογικές εξετάσεις ιλίγγου

Διαγνωστικές εξετάσεις ιλίγγου


Ακουστικά προκλητά δυναμικά

Νυσταγμογράφημα

Ακoυόγραμμα


Εξέταση νυσταγμού με  γυαλιά Frenzle

Τυμπανομετρία

Δοκιμασίες ιλίγγου θέσεως Dix Halpike 

Ωτοακουστικές εκπομπές (ΟΑΕς )

Δοκιμασία απότομης στροφής της κεφαλής

(head thrust test)

Εξέταση με τονοδότες

Δοκιμασία Romberg,Unterberger, βαδίσεως 

Ομιλητική ακουομετρία

Σύμπτωμα συριγγίου

δοκιμασία Hennebert με πνευματικό ωτοσκόπιο

Single

Δείτε          το  Κέντρο μελέτης εμβοών

                •  Ο δεκάλογος των γιατρών για τη διάγνωση και αντιμετώπιση εμβοών 

                • τις εμβοές και το  ερωτηματολόγιο αξιολόγησης και αντιμετώπισης εμβοών

Δείτε         • τον  Ίλιγγο και τις • Ασκήσεις αντιρροπήσεως του ιλίγγου-αιθουσαία αποκατάσταση

                 • γιατί  Κάθε ίλιγγος χρειάζεται Ωτορινολαρυγγολόγο και μάλλιστα επειγόντως                 
• για τον 
 Έλεγχο ιλλίγου με νυσταγμογράφημα 
  
BANERright_gradiant
 
 
πονοκεφαλος ζαλάδα ιλιγγος ασταθεια σφυριγμα στα αυτια
• Εχετε ίλιγγο; γυρίζουν όλα; ζαλίζεστε;  σας έρχετε εμετός;
• Κατ αρχήν μην πανικοβάλλεστε,  ξαπλώστε μείνετε ακίνητοι, χαμηλώστε το φωτισμό πάρτε την πίεση και τηλεφωνήστε αμέσως στο γιατρό σας, πριν χαθούν πολύτιμα για τη διάγνωση συμπτώματα.
• Μην πάρετε κάποιο φάρμακο επειδή το έπερνε κάποιος άλλος που είχε ίλιγγο, γιατί θα καταστείλετε συμπτώματα που θα βοηθήσουν το γιατρό σας στη διάγνωση. 
• Ο ίλιγγος είναι σύμπτωμα και από τι νόσημα πάσχετε θα το βρεί ο γιατρός σας.
• Είναι πολύ συχνός και αντιμετωπίζεται συνήθως με επιτυχία.
• Προσοχή στο χρόνιο ίλιγγο γιατί είναι συχνός σε κεντρικές βλάβες 
  

 

 

 

ΩΡΛ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

 

Ακουολογικές εξετάσεις ιλίγγου 

 
Στον ακουολογικό έλεγχο περιλαμβάνονται, η εξέταση της ακοής με τονοδότες, η τονική ακουομετρία, η ομιλητική ακουομετρία, η τυμπανομετρία, οι ωτοακουστικές εκπομπές (ΟΑΕs), και τα προκλητά ακουστικά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους, που μας δίνουν πληροφορίες για πιθανή βλάβη στον κοχλία (πρόσθιο λαβύρινθο)(κοχλιακή), ή στο ακουστικό νεύρο(οπισθοκοχλιακή) ή στην υπόλοιπη κεντρική ακουστική οδό.
Οι ακουολογικές εξετάσεις δίνουν άμεσα πληροφορίες για βλάβες στον πρόσθιο λαβύρινθο (κοχλία) και στο ακουστικό νεύρο και έμμεσα για βλάβες στον οπίσθιο λαβύρινθο (αιθουσαίο).

 

 
 

Ακουολογικές εξετάσεις ενηλίκων

  

Εξέταση με τονοδότες


Χρησιμοποιώντας έναν τονοδότη (διαπασών), μπορεί να προσδιοριστεί αδρά μια απώλεια ακοής, και επί πλέον βλέπουμε αν είναι αγωγιμότητος ή νευροαισθητήριος. Γίνεται σύγκριση της ακοής δια του αέρα και δια των οστών. Για τη μελέτη της αγωγιμότητας του αέρα, το διαπασών φέρεται μπροστά στο αυτί, ενώ για την αγωγιμότητα των οστών τοποθετείται πίσω στη μαστοειδή. 
Το διαπασών μπορεί να αντικατασταθεί από το οστεόφωνο (δονητή οστών) του ακουογράφου για την οστέινη αγωγιμότητα.
Το ηχητικό κύμα δια του αέρος ταξιδεύει κατά μήκος του καναλιού του αυτιού και μέσα από το Τύμπανο και τα οστάρια προς τον κοχλία. Στην δια των οστών αγωγής ταξιδεύει με την δόνηση του ίδιου του οστού. Αυτή η διέγερση αποφεύγει το μέσο αυτί και διεγείρει άμεσα την κοχλία.

Σημείωση:  Το διαπασών των 512 Hz είναι γενικά ιδανικό για εξετάσεις ακοής. Τα διαπασών χαμηλότερης συχνότητας παράγουν εντονότερη δόνηση των οστών και απτική αίσθηση, ενώ τα διαπασών υψηλότερης συχνότητας έχουν μικρότερο χρόνο δόνησης και είναι δύσκολο να ακουστεί σε μέτρια ή σοβαρή νευροαισθητήρια βλάβη.




Δοκιμασία Weber 


Στη δοκιμασία Weber το διαπασών τοποθετείται στην κορυφή του κρανίου


Στη δοκιμασία Weber το διαπασών τοποθετείται στην κορυφή του κρανίου ή το μέτωπο. Είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική σε περίπτωση ετερόπλευρης 
βαρηκοΐας
Στην περίπτωση της νευροαισθητήριας απώλεια ακοής, ο ήχος γίνεται αντιληπτός από το αυτί με την καλύτερη ακοή. Καθώς το ερέθισμα παρουσιάζεται στο κέντρο του κρανίου, φτάνει ταυτόχρονα και στους δύο κοχλίες. Ο καλύτερος κοχλίας (με το χαμηλότερο ακουστικό κατώφλι) αντιλαμβάνεται καλύτερα τον ήχο και ως εκ τούτου εντοπίζεται σε εκείνη την πλευρά. Ο κοχλίας με αυξημένα 
ακουστικό κατώφλι δεν παρέχει καμία ακουστική αίσθηση.
Στην περίπτωση της αγώγιμης απώλειας ακοής, ο ήχος γίνεται αντιληπτός από το προσβεβλημένο αυτί γιατί αφ ενός μεν, δεν μπορεί να γίνει «διαρροή» μέσω της αλυσίδας των οσταρίων, αφ ετέρου δε δεν ακούγονται οι θόρυβοι του περιβάλλοντος του δωματίου, και αυτό οδηγεί σε μια ψευδή αίσθηση ενίσχυσης σε σύγκριση με το υγιές ετερόπλευρο αυτί.

Ερμηνεία:
Φυσιολογική
ακοή
Αγώγιμη απώλεια ακοήςΝευροαισθητήρια απώλεια ακοής
Δεν πλαγιώνει
(Weber στο κέντρο)
Πλαγιώνει
στο χειρότερο αυτί
Πλαγιώνει 
στο καλύτερο αυτί

Στη δοκιμασία Weber το διαπασών τοποθετείται στην κορυφή του κρανίου



Σημείωση:  Το Weber είναι μία ευαίσθητη δοκιμή και μια διαφορά ακόμα και 5 dB είναι αρκετή για να πλαγιώσει το Weber.



Δοκιμασία Weber στον αστράγαλο

Στη δοκιμασία αυτή το δονούμενο διαπασών τοποθετείται στον αστράγαλο ή στο γόνατο. Εάν ανιχνεύεται ο ήχος, πρόκειται για μία ασυνήθιστα μεγάλη ικανότητα που ονομάζεται υπερ-ακουσία και μπορεί να παραπέμπει σε οστικό έλλειμμα του άνω ημικύκλιου σωλήνα (Σύνδρομο SCDS).



Δοκιμασία Rinne


Δοκιμασία Rinne αρνητική σε βαρηκοΐα αγωγιμότητας
Δοκιμασία Rinne θετική  Στην περίπτωση της φυσιολογικής ακοής, ή νευροαισθητήριας βαρηκοΐας


Η δοκιμασία Rinne εξετάζει τη διαφορά μεταξύ της αγωγιμότητας του οστού και της αγωγιμότητας του αέρα. Το διαπασών φέρεται μπροστά στο αυτί, ή τοποθετείται πίσω στη μαστοειδή. Η δοκιμασία δείχνει ποια διέγερση παρήγαγε το δυνατότερο ήχο. Στην περίπτωση μιας αγώγιμης απώλειας ακοής, ο ήχος γίνεται αντιληπτός πιο δυνατά στην οστική αγωγιμότητα από την αγωγιμότητα του αέρα. Το σύστημα τύμπανο - οστάρια έχει χάσει τη λειτουργία του ενισχυτού. Στην περίπτωση της φυσιολογικής ακοής, ή νευροαισθητήριας βαρηκοΐας, η αγωγιμότητα του αέρα γίνεται αντιληπτή καλύτερα από ότι η αγωγιμότητα των οστών. Το σύστημα τύμπανο- οστάρια διατηρεί την ικανότητα ενίσχυσης.

Το φυσιολογικό αυτί ακούει τον ήχο δια μέσω της αέρινης αγωγής για διπλάσιο χρόνο απ’ ότι της οστέινης. Σε προχωρημένο βαθμό βαρηκοΐας αγωγιμότητας, συμβαίνει το αντίστροφο, ενώ σε μικρού βαθμού βαρηκοΐα η σχέση αυτή δεν αντιστρέφεται, αλλά εξισούται, ή ο ασθενής ακούει λίγο περισσότερο μέσω της οστέινης αγωγής. Σε νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα ο ασθενής ακούει περισσότερο χρόνο μέσω της αέρινης αγωγής. Η χρονική διάρκεια όμως είναι μικρότερη και στις δύο αγωγές.

Σημείωση: Απευθείας μετάδοση του ηχητικού σήματος στον κοχλία μέσω της δόνησης κρανίου είναι 40 dB έως 70 dB λιγότερο αποτελεσματική από την οδό της αγωγιμότητας του αέρα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση ενός ατόμου που διεξάγεται έλεγχος αέρινης αγωγής με ανοιχτά αυτιά, η αγωγή των οστών έχει ελάχιστη συμβολή στην ακουστική αντίληψη.


Μια άλλη παραλλαγή της διαδικασίας είναι η τοποθέτηση του διαπασών στον έξω ακουστικό πόρο, σε απόσταση 3-4 εκατοστά, ώσπου να πει ο εξεταζόμενος ότι σταματά να ακούγεται ο ήχος και η άμεση τοποθέτηση του στελέχους αυτού στη μαστοειδή απόφυση. Αν ο ήχος συνεχίζει να ακούγεται σημαίνει ότι η οστέινη αγωγή είναι καλύτερη από την αέρινη. Άλλοι ωτολόγοι τοποθετούν πρώτα το διαπασών για λίγα δευτερόλεπτα στη μαστοειδή απόφυση και μετά στον έξω ακουστικό πόρο και ζητάν από τον εξεταζόμενο να πει από πού ακούει καλύτερα τον ήχο, πίσω από αυτί ή μπροστά. Πολλοί ειδικοί ωστόσο, χρησιμοποιούν τη δική τους μέθοδο, η οποία συνήθως είναι συνδυασμός των παραπάνω.
Σε περίπτωση φυσιολογικής ακοής και νευροαισθητήριας βαρηκοΐας, συνήθως η ακοή είναι καλύτερη μέσω της αέρινης αγωγής και τότε η δοκιμασία Rinne θεωρείται θετική ( + ). Αντίθετα, σε περίπτωση βαρηκοΐας αγωγιμότητας η ακοή είναι καλύτερη μέσω της οστέινης αγωγής και η δοκιμασία Rinne θεωρείται αρνητική ( - ).

Πίνακας:Βαθμός απώλειας ακοής όπως εκτιμάται με τη δοκιμή Rinne

Αποτέλεσμα της δοκιμής Rinne 

Εκτιμώμενη αγώγιμη απώλεια

Αρνητική, 256 Hz

Θετική, 512 και 1024 Hz

Ήπια αγώγιμη απώλεια 20-30 dB
Αρνητική, 256 και 512 Hz

Θετική, 1024 Hz

Μέτρια αγώγιμη απώλεια 30-45 dB
Αρνητική, 256, 512, 1024 HzΣοβαρή αγώγιμη απώλεια 45-60 dB





Δοκιμή για τη διάρκεια:

  1. Ελέγξτε το π.Χ.
  2. Ζητήστε από τον ασθενή να σηματοδοτήσει τη στιγμή που παύει να ακούει τον ήχο στην μαστοειδή.
  3. Μετά φέρτε γρήγορα το διαπασών στον έξω ακουστικό πόρο.
  4. Ρωτήστε αν ακούει ακόμη τον ήχο ή όχι;

Δοκιμή για ένταση:

  1. Εναλλακτικά δοκιμή στην μαστοειδή και τον έξω ακουστικό πόρο.
  2. Ρωτήστε τον ασθενή αν η ένταση κάποιας θέσεως είναι μεγαλύτερη;


Η δοκιμασία Rinne εξετάζει τη διαφορά μεταξύ της αγωγιμότητας του οστού και της αγωγιμότητας του αέρα

Ερμηνεία:

Φυσιολογική ακοή Αγώγιμη Απώλεια 
ακοής 
Νευροαισθητήρια απώλεια ακοής
αέρινη αγωγή >οστέινη αγωγής (Rinne Θετική)οστέινη αγωγή > αέρινης αγωγής (Rinne Αρνητικό)αέρινη αγωγή >οστέινη αγωγής (Rinne Θετική)
Rinne Αρνητική σε256 Hz512 Hz1024 Hz
(Air-Bone gap)
Διαφορά αέρινης οστέινης αγωγής
15 dB30 dB (Ήπια)
Αγώγιμη απώλεια ακοής
45 dB (Μέτρια)
Αγώγιμη απώλεια 
ακοής 

Σημείωση: Μερικές φορές, σε δοκιμή Rinne για την ένταση του ήχου μπορεί η οστέινη αγωγή να είναι ίση με την αέρινη και αυτό μπορεί να υποδεικνύει ήπια βαρηκοΐα αγωγιμότητας.  Τότε πρέπει να γίνει Δοκιμή διάρκειας για επιβεβαίωση. 


Ψευδώς αρνητική Rinne:

Όταν το ένα αυτί έχει πλήρη κώφωση και το άλλο έχει φυσιολογική ακοή, το παθολογικό αυτί δεν πρέπει να ακούει τον ήχο μέσω καμίας αγωγής. Στη τοποθέτηση του διαπασών στο κωφό αυτί, το ηχητικό κύμα φθάνει στον φυσιολογικό κοχλία. Στην περίπτωση αυτή έχουμε αρνητικό Rinne στο παθολογικό αυτί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το λεγόμενο ψευδο- Rinne και επιβάλλεται η ηχητική κάλυψη του φυσιολογικού αυτιού.


Δοκιμασία Gellé

Η δοκιμή αυτή εφαρμόζεται συνήθως εάν ο γιατρός υποψιάζεται μια ασβεστοποίηση των οσταρίων και τμημάτων του εσωτερικού αυτιού από ωτοσκλήρυνση.
Είναι μια δοκιμή της αγωγής των οστών και εξετάζει την επίδραση στην ακοή, της αυξημένης πίεσης του αέρα στο κανάλι του αυτιού .

Αρχή δοκιμασίας: Κανονικά όταν η πίεση του αέρα αυξάνεται στο κανάλι του αυτιού με πνευματικό ωτοσκόπιο του Single ή μπαλόνι του Politzer, ωθεί την τυμπανική μεμβράνη και τα οστάρια προς τα μέσα, αυξάνει την ενδολαβυριθική πίεση και προκαλεί ακινησία της βασικής μεμβράνης και μειωμένη ακοή. Καμία όμως αλλαγή στην ακοή δεν παρατηρείται όταν η αλυσίδα των οσταρίων είναι καθηλωμένη ή έχει διακοπεί.

Διαδικασία: Η δοκιμή γίνεται με την τοποθέτηση ενός τονοδότη (διαπασών) 500 κύκλων στη μαστοειδή (συνιστάται ένταση 10-20 dB πάνω από τον ουδό), ενώ μεταβάλλεται η πίεση του αέρα στο κανάλι του αυτιού με το πνευματικό ωτοσκόπιο του Single ή το μπαλόνι του Politzer.

Ερμηνεία: Η δοκιμασία Gellé είναι θετική (μείωση ακοής), σε φυσιολογικά άτομα και σε άτομα με νευροαισθητήριο απώλεια ακοής. Είναι αρνητική (καμία αλλαγή στην ακοή) στην περίπτωση που η αλυσίδα των οσταρίων είναι καθηλωμένη ή έχει διακοπεί.


Δοκιμασία Bing 

Η δοκιμασία αυτή δεν έτυχε ευρείας εφαρμογής. Βασίζεται στην άποψη ότι η απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου αυξάνει την ένταση του ήχου που μεταδίδεται μέσω της οστέινης αγωγής.
Συνήθως η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται όταν με τα αποτελέσματα των εξετάσεων Weber και Rinne δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα για τον τύπο της βαρηκοΐας.
Γενικά η εξέταση χαρακτηρίζεται ως θετική όταν το σύστημα αγωγής είναι φυσιολογικό και αρνητική όταν υπάρχει βαρηκοΐα αγωγής.

Η εξέταση βασίζεται σε φαινόμενο κατά το οποίο σε απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου παρατηρείται ενίσχυση του ήχου δια της οστέινης αγωγής μόνο στα αυτιά με φυσιολογικό σύστημα αγωγής. Κατά την εξέταση τοποθετείται ο δονούμενος τονοδότης στην κεφαλή ή στο μέτωπο, στην μέση γραμμή και σημειώνεται αν υπάρχει πλάγιασμα του ήχου ή όχι, όπως στη δοκιμασία Weber. Στην συνέχεια αποφράσσεται ελαφρά με το δάχτυλο ο έξω ακουστικός πόρος και ζητείται από τον εξεταζόμενο να δηλώσει αν η απόφραξη του πόρου αυξάνει την ακουστότητα του τονοδότη στο αυτί που είναι αποφραγμένο.

Σε περιπτώσεις φυσιολογικής οστέινης αγωγής με φυσιολογική ακοή ή νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα η απάντηση είναι θετική, και η εξέταση χαρακτηρίζεται ως θετική. Αντίθετα, σε περιπτώσεις βαρηκοΐας αγωγιμότητας με χάσμα οστέινης και αέρινης αγωγής μεγαλύτερο από 10dB η απάντηση είναι αρνητική και η εξέταση χαρακτηρίζεται ως αρνητική.

Κατά έναν άλλο τρόπο τοποθετείται ένα παλλόμενο διαπασών στη μαστοειδή απόφυση ή στη μέση της γραμμή της κεφαλής ή του μετώπου του εξεταζόμενου και του ζητείται να πει πότε σταματά να ακούει τον ήχο. Αμέσως τότε, ο εξεταστής αποφράσει τον έξω ακουστικό πόρο του και τον ρωτά αν ακούει και πάλι τον ήχο, την λεγόμενη «δευτερογενή αντίληψη». Εάν η απάντηση είναι θετική, πρόκειται περί φυσιολογικής οστέινης αγωγής με φυσιολογική ακοή ή νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα και η εξέταση χαρακτηρίζεται ως θετική. Αντίθετα, σε περιπτώσεις βαρηκοΐας αγωγιμότητας με χάσμα οστέινης και αέρινης αγωγής μεγαλύτερο από 10dB η απάντηση είναι αρνητική και η εξέταση χαρακτηρίζεται ως αρνητική.

Η δοκιμασία Bing είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διαφοροδιάγνωση μεταξύ της νευροαισθητηριακής βαρηκοΐας και της βαρηκοΐας αγωγιμότητας, και παρά την εφαρμογή πιο καινούργιων δοκιμασιών πολλές φορές συμβάλλει καθοριστικά στην επίλυση σοβαρών διαγνωστικών προβλημάτων (Αδαμόπουλος, 2001).



Δοκιμασία Schwabach

Η δοκιμασία αυτή δίνει τη δυνατότητα σύγκρισης της οστέινης αγωγής του εξεταζόμενου, με αυτή του εξεταστή 
που υποτίθεται ότι είναι φυσιολογική

Το παλλόμενο διαπασών τοποθετείται στην μαστοειδή απόφυση του εξεταζόμενου και όταν αυτός παύσει να ακούει τον ήχο, τοποθετείται στην μαστοειδή του εξεταστή. Εάν ο εξεταζόμενος ακούει για βραχύτερο χρόνο από τον εξεταστή τον ήχο που παράγει ο τονοδότης, τότε λέμε ότι ο εξεταζόμενος πάσχει από βαρηκοΐα αντιλήψεωςΑν ο εξεταζόμενος ακούει για ίσο χρόνο με τον εξεταστή τον ήχο που παράγει ο τονοδότης, τότε λέμε ότι ο εξεταζόμενος δεν πάσχει από βαρηκοΐα και έχει φυσιολογική ακοή. Αν ο εξεταζόμενος ακούει για περισσότερο χρόνο από τον εξεταστή τον ήχο που παράγει ο τονοδότης, τότε λέμε ότι ο εξεταζόμενος πάσχει από βαρηκοΐα αγωγιμότητας.

Ερμηνεία:

Στοιχεία των δοκιμώνΑποτέλεσμαΕρμηνεία
Ασθενής ακούει λιγότερο από εξεταστήοστέινη αγωγή μειωμένηΝευροαισθητήριος 
βαρηκοΐα
Ασθενής ακούει ίσα με εξεταστήοστέινη αγωγή 
κανονική
Φυσιολογική ακοή
Ασθενής ακούει περισσότερο από εξεταστήοστέινη αγωγή 
αυξημένη
Αγώγιμη
βαρηκοΐα
 
Στην παρακάτω εικόνα είναι μια τροποποιημένη δοκιμή Schwabach, που περιλαμβάνει απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου του ασθενούς και του εξεταστού, πατώντας το τράγο, για τη μείωση του ήχου του περιβάλλοντος, η οποία δεν γίνεται στην κλασική δοκιμασία του Schwabach. Κατά τα άλλα είναι ίδιες.

τροποποιημένη δοκιμή Schwabach

Ο Schwabach αρχικά μετρούσε τη διάρκεια ακοής του ήχου από τον εξεταζόμενο και στη συνέχεια αυτή του εξεταστή. Έτσι, διαπίστωνε εάν η οστέινη αγωγή του εξεταζόμενου ήταν καλύτερη, χειρότερη ή ίδια μ’ αυτή του εξεταστή.

Το διαπασών που χρησιμοποιείται είναι τα 256, 512, 1024 και 2048 ΗΖ. Έτσι ο ωτολόγος έχει την δυνατότητα να μάθει ή έστω να προβλέψει πόσο μπορεί να βελτιωθεί το επίπεδο ακοής ενός ασθενή μετά από μια εγχείρηση. 



Σε κάθε εξέταση με διαπασών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

• Εκλογή του σωστού διαπασών (συνήθως χρησιμοποιούνται τα 512 ή 1024 ΗΖ).

• Το διαπασών πρέπει να τοποθετηθεί με ακρίβεια στην σωστή οστική περιοχή, είτε πρόκειται για την μαστοειδή απόφυση είτε για το μέτωπο.

• Προτιμάται η διακοπτόμενη παρά η συνεχόμενη εφαρμογή πάνω στο οστό.

• Τα άκρα από τα σκέλη του διαπασών πρέπει να βρίσκονται στην ευθεία του έξω ακουστικού πόρου. Στο σημείο αυτό ακούγεται καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη θέση.

• Το «χτύπημα» του διαπασών προκειμένου να τεθεί σε λειτουργία πρέπει να είναι ελαφρύ όταν σκοπός της δοκιμασίας είναι να προσδιοριστεί ο ουδός της ακουστότητας. Το «χτύπημα» πρέπει να γίνεται μεταξύ του αντίχειρα και του δείχτη, και όχι στο γόνατο ή όπου αλλού.

• Τα αμφίβολα αποτελέσματα πρέπει να επαναλαμβάνονται.

• Δεν είναι απαραίτητο η δοκιμασία να πραγματοποιείται σε ειδικούς ηχομονωμένους θαλάμους, θεωρείται ότι μια αθόρυβη αίθουσα είναι



Ακουόγραμμα

 
 
 

 

Πραγματοποιείται με ειδικά μηχανήματα, τους ακουογράφους.ακουογράφοςακουστικα
Με τη βοήθεια ακουστικών χορηγούνται ήχοι διαφόρων συχνοτήτων(απο 250 έως 8000 HZ) προοδευτικά μειούμενης έντασης(απο 0 εως 100 db). Ο εξεταζόμενος όταν τους ακούει μας δίνει μία απάντηση σηκώνοντας το χέρι ή πατώντας ένα κουμπί. Με τα παιδιά παίζουμε ένα παιχνίδι πχ όταν ακούει τον ήχο να βάζει ένα αυγουλάκι μέσα στο καλαθάκι(παιχνιδοακουομετρία). Σημειώνοντας το λιγότερο που ακούει δηλαδη την ελάχιστη ακουστή ένταση ήχου (=ουδός ακοής), σε κάθε συχνότητα σε ένα διάγραμμα, που στον άξονα χ είναι οι συχνότητες ενώ στον ψ η ένταση, προκύπτει το ακοομετρικό διάγραμμα ή ακοόγραμμα.
Οι συχνότητες που εξετάζονται είναι αυτές του φάσματος της ομιλίας. Ο φυσιολογικός ουδός ακοής γι΄ αυτές τις συχνότητες είναι (0) μηδέν db. Εξετάζεται η αγωγή δια του αέρος με τα ακουστικά  και δια των οστών με το οστεόφωνο ακολουθώντας την κατωτέρω σειρά.

         Αέρινη αγωγή

δεξί αυτί


αριστερό αυτί
1.
1000Hz

8.
1000Hz
2.
2000Hz

9.
2000Hz
3.
4000Hz

10.
4000Hz
4.
8000hz

11.
8000hz
5.
1000Hz

12.
1000Hz
6.
500Hz

13.
500Hz
7.
250Hz

14.
250Hz


οστέινη αγωγή
1.
1000Hz
2.
2000Hz
3.
4000Hz
4.
500Hz

Το ακουόγραμμα μας δίνει σαφείς ενδείξεις για τον τύπο της βαρηκοΐας διότι επιτρέπει την σύγκριση των αποτελεσμάτων της αέρινης και της οστέινης αγωγής. Στις βαρηκοΐες αγωγιμότητας επηρεάζεται μόνο η αέρινη αγωγή, στιςνευροαισθητηριες και οι δυο, αέρινη και οστέινη αγωγή εξίσου, ενώ στις μικτού τύπου βαρηκοΐες και οι δυο αλλά περισσότερο η αέρινη αγωγή.
Η ακοομετρία λοιπόν εξετάζει την ευαισθησία της ακοής όταν το σήμα μεταδίδεται μέσω του έξω, μέσου και έσω αυτιού και κατόπιν καταλήγει στο φλοιό.

Αυτό που αναζητούμε με το ακουόγραμμα είναι την ελάχιστη ένταση ενός ήχου, που μπορεί να ακούσει ο εξεταζόμενος (το λιγότερο που ακούει). Το ακουόγραμμα είναι η γραφική αναπαράσταση της εξέτασης, όπου για το αριστερό αυτί σημειώνουμε x και για το δεξιό αυτί ο.

Αν και πρόκειται για υποκειμενική μέθοδο εξέτασης, σε συνδυασμό με άλλες αντικειμενικές εξετάσεις δίνει σημαντικές πληροφορίες για τα επίπεδα της ακοής.


Μέση απώλεια ακοής τριών συχνοτήτων (3FAHL)

Η μέση απώλεια ακοής τριών συχνοτήτων (3FAHL) χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απώλεια ακοής συνολικά. Για τον υπολογισμό της 3FAHL, προσθέτουμε τα επίπεδα των ουδών σε ντεσιμπέλ στα 500, 1000, 2000 Hz για το ένα αυτί και στη συνέχεια το διαιρούμε με το 3. Ο αριθμός μπορεί να στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο πολλαπλάσιο του 5. Για παράδειγμα, αν οι απαντήσεις για το δεξί αυτί είναι:


500Hz 30dBHTL
1000Hz 40dBHTL
2000Hz 55dBHTL
30 + 40 + 55 = 125
125 διαιρείται με 3 = 41.66
στρογγυλοποιείται στο 40dBHTL


Η 3FAHL μπορεί να μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε το βαθμό απώλειας 
ακοής.





Η 3FAHL χρησιμοποιείται επίσης στην ακοομετρία ομιλίας.



Ακουογράμματα διαφόρων ειδών βαρηκοΐας

βαρηκοΐα αγωγιμοτητος ακουόγραμμα

βαρηκοΐα αγωγιμότητος, Εκκριτική ωτίτιδα (υγρό), 
Μέση ωτίτιδα,



βαρηκοΐα αντιλήψεως (νευροαισθητηριος) ακοόγραμμα

βαρηκοΐα αντιλήψεως (νευροαισθητήριος)



μικτή απώλεια ακοής , τα κατώτατα όρια αγωγιμότητα του αέρα και τα όρια αγωγιμότητα των οστών και οι δύο επηρεάζονται, αλλά δεν είναι επάνω στο ακουόγραμμα

βαρηκοΐα μικτού τύπου
Κοχλιακή Ωτοσκλήρυνση, Χρόνια ωτίτιδα

 
 
 
 

Ομιλητική ακουομετρία



Ομιλητική ακουομετρία

Απαραίτητο συμπλήρωμα της τονικής ακουομετρίας σε πολλές περιπτώσεις βαρήκοων είναι η ομιλητική ακουομετρία, η οποία αποτελεί ακριβή, πολύτιμη και σύγχρονη μέθοδο εξέτασης της ακοής. Ιδιαίτερα πολύτιμη είναι η αξία της στην εφαρμογή ακουστικών γιατί προσδιορίζουμε την διακριτική ικανότητα του αυτιού.

Η ομιλητική ακουομετρία είναι μία μέτρηση, του πόσο καλά ακούει ένα άτομο τα σήματα της ομιλίας, όπως οι λέξεις ή οι προτάσεις.
Με την ομιλητική ακουομετρία εξετάζουμε την ικανότητα του αυτιού για πρόσληψη και κατανόηση των λέξεων ή αριθμών, δηλαδή εξετάζουμε την λεγόμενη διακριτική ικανότητά του. 

Η ακουομετρία ομιλίας ενσωματώνει διάφορες τεχνικές που αξιολογούν την αντίληψη και κατανόηση στοιχείων της ομιλίας. Τέτοιες δοκιμασίες είναι: 
- ο ουδός αντίληψης της ομιλίας, 
- ο ουδός κατανόησης (επίγνωσης ή πρόσληψης) της ομιλίας και 
- το σκόρ διάκρισης (υπερουδικής διακριτικής ικανότηταςτης ομιλίας.

- Ο ουδός αντίληψης της ομιλίας, είναι η  ελάχιστη ένταση σε dB HL στην οποία μπορεί ο εξεταζόμενος να εντοπίσει την παρουσία ή μη του σήματος της ομιλίας, χωρίς απαραίτητα να μπορεί να κατανοήσει το περιεχόμενό της.

- Ο Ουδός αναγνώρισης της ομιλίας - ΟΑΟ (Speech Reception Threshold - SRT)  (ή ουδός κατανόησης ή επίγνωσης ή πρόσληψης), δηλαδή η ελάχιστη ένταση στην οποία ο εξεταζόμενος μπορεί να αναγνωρίζει σωστά το 50% φωνητικά ισορ-
ροπημένων δισύλλαβων λέξεων. Εκφράζεται σε dB HL.
Αναμένεται ότι το SRT περίπου θα είναι ίσο ±5 με το μέσο όρο απώλειας ακοής για τους καθαρούς τόνους στην περιοχή 500 έως 2000 Hz (3FAHL), ανεξάρτητα από το είδος της απώλειας (π.χ, αγώγιμης ή νευροαισθητήριας) ακοής. Υπάρχει λοιπόν μεγάλη συσχέτιση του ουδού αναγνώρισης της ομιλίας(SRT) και μέσου όρου καθαρών τόνων (3FAHL) της τονικής ακουομετρίας . Δεν πρέπει να διαφέρουν πάνω από 8 dB HL. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, πιθανότητα ο εξεταζόμενος υποκρίνεται, έχει κακή ικανότητα διάκρισης, λειτουργική βαρηκοΐα, σοβαρή μείωση της ακοής του σε υψηλές συχνότητες ή δεν ακούει τα σύμφωνα. Το SRT έχει μικρή σημασία στη διαφορική διάγνωση, εκτός από τις περιπτώσεις υποκρινομένων βαρηκοΐα (pseudohypacusis), αλλά χρησιμοποιείται για να παρέχει ένα περιγραφικό μέτρο της απώλειας της ακοής για την ομιλία και να επιβεβαιώσει την αγωγιμότητα δια του αέρος του τονικού ακουογράμματος.
Το κατώφλι πρόσληψης της ομιλίας μπορεί να υπολογιστεί εάν προσθέσουμε ηχητική πίεση ίση με 20dB SPL στο κατώφλι ακουστότητας.

- Μέγιστη διακριτική ικανότητα – ΜΔΙ (Speech Discrimination Score - SDS) (Μέτρηση του σκόρ διάκρισης της ομιλίας WRS σε υπερουδικά επίπεδα) 
Είναι το υψηλότερο ποσοστό % ορθής διάκρισης και αναγνώρισης, ακουστικά παρόμοιων λέξεων με παρόμοια φωνολογική σύνθεση, που διεξάγεται με τυποποιημένες λίστες λέξεων, ανεξάρτητα από την ένταση με την οποία παρουσιάζονται. Λίστα από 50 μονοσύλλαβες λέξεις παρουσιάζεται ξεχωριστά σε κάθε αυτί του εξεταζόμενου, σε ένταση 40 dB πάνω από τον ουδό αναγνώρισης της ομιλίας, επειδή σε αυτή την ένταση τα άτομα με φυσιολογική ακοή αναγνωρίζουν το 100% των λέξεων. Τα αποτελέσματα αναφέρονται ως τοποσοστό σωστών απαντήσεων σε καθορισμένο επίπεδο πάνω από την SRT.
Τα άτομα με βαρηκοΐα αγωγιμότητας συνήθως παρουσιάζουν υψηλές επιδόσεις, ενώ εκείνα με νευροαισθητήρια απώλεια ακοής παρουσιάζουνμειωμένη διάκριση, ανάλογα με το μέγεθος, τη διαμόρφωση της καμπύλης της νευροαισθητήριας απώλειας ακοής και το είδος της βλάβης (δηλαδή, κοχλιακή ή οπισθοκοχλιακή). Η διάκριση της ομιλίας είναι ανεπηρέαστη στην αγώγιμη απώλεια ακοής σε υπερουδικά επίπεδα, διότι οι μηχανισμοί κωδικοποίησης του κοχλία και του ακουστικού νεύρου είναι φυσιολογικοί. Όταν η ένταση υπερνικά την απώλεια ευαισθησίας (υπερουδικά επίπεδα), η ικανότητα κατανόησης της ομιλίας είναι εξαιρετική. Ωστόσο, όταν ο αγώγιμος μηχανισμός είναι φυσιολογικός αλλά βλάβες του ακουστικού συστήματος επηρεάζουν τις κοχλιακές ή οπισθοκοχλιακός δομές, η ικανότητα να κατανοήσουν τα σύμφωνα της ομιλίας επηρεάζεται. Στην κοχλιακή βλάβη η διάκριση των λέξεων είναι μειωμένη, και δεν βελτιώνεται παρά την αύξηση της έντασης των χορηγούμενων λέξεων. Όταν οι κοχλιακές δομές είναι φυσιολογικές, αλλά το ακουστικό νεύρο ή χαμηλά το εγκεφαλικό στέλεχος επηρεάζονται από μια χωροκατακτητική βλάβη, η αναγνώριση ομιλίας μπορεί να επηρεαστεί σοβαρά. Ένα από τα πρώτα διαγνωστικά σημάδια βλαβών του κρανιακού νεύρου VIII ή βλάβης χαμηλά στο στέλεχος είναι ότι, μειώνεται σημαντικά η αναγνώριση της ομιλίας με σχετικά ήπια ή μέτρια απώλεια ακοής καθαρών τόνων.
Ένα σκορ 90-100% θεωρείται εξαιρετικό, 80-89% είναι καλό, 70 - 79% είναι μέτριο, 60-69% είναι φτωχό, <50% θεωρείται πολύ κακό.
Φυσιολογική αντίληψη, αναγνώριση και διάκριση των λέξεων θεωρείται ότι έχει ο εξεταζόμενος όταν επαναλαμβάνει σωστά τουλάχιστον το 90% των λέξεων (Αδαμόπουλος, 2001).

Η αγώγιμη απώλεια ακοής που προκαλείται από μέση ωτίτιδα. Το κατώφλι υποδοχής λόγου (SRT) εκφράζεται ως επίπεδο έντασης σε dB HL και το σκορ αναγνώρισης ομιλίας δίνεται ως το ποσοστό των σωστών απαντήσεων





Αγώγιμη απώλεια ακοής που προκαλείται από μέση ωτίτιδα. Ο ουδός αναγνώρισης της ομιλίας (SRT) 15 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης, και το σκόρ διάκρισης της ομιλίας 100% δίνεται ως το μέγιστο ποσοστό των σωστών απαντήσεων








Aγώγιμη απώλεια ακοής που προκαλείται από ωτοσκλήρυνση Το κατώφλι υποδοχής λόγου (SRT) 45 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης και το σκορ αναγνώρισης ομιλίας 100% δίνεται ως το ποσοστό των σωστών απαντήσεων





Aγώγιμη απώλεια ακοής που προκαλείται από ωτοσκλήρυνση. Ο ουδός αναγνώρισης της ομιλίας (SRT) 45 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης, και το σκόρ διάκρισης της ομιλίας 100% δίνεται ως το μέγιστο ποσοστό των σωστών απαντήσεων








Νευροαισθητήρια (κοχλιακή) απώλεια ακοής που προκαλείται από θόρυβο. Το κατώφλι υποδοχής λόγου (SRT) 10 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης και το σκορ αναγνώρισης ομιλίας 82% δίνεται ως το ποσοστό των σωστών απαντήσεων





Νευροαισθητήρια (κοχλιακή) απώλεια ακοής που προκαλείται από θόρυβο. Ο ουδός αναγνώρισης της ομιλίας (SRT) 10 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης, και το σκόρ διάκρισης της ομιλίας 82% δίνεται ως το μέγιστο ποσοστό των σωστών απαντήσεων








Νευροαισθητήρια (κοχλιακή)απώλεια ακοής που προκαλείται από τη νόσο του Meniere. Το κατώφλι υποδοχής λόγου (SRT) 20 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης και το σκορ αναγνώρισης ομιλίας 64% δίνεται ως το ποσοστό των σωστών απαντήσεων





Νευροαισθητήρια (κοχλιακή) απώλεια ακοής που προκαλείται από τη νόσο του Meniere. Ο ουδός αναγνώρισης της ομιλίας (SRT) 20 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης, και το σκόρ διάκρισης της ομιλίας 64% δίνεται ως το μέγιστο ποσοστό των σωστών απαντήσεων







Νευροαισθητήρια (οπισθοκοχλιακή)απώλεια ακοής που προκαλείται από ακ. νευρίνωμα. Το κατώφλι υποδοχής λόγου (SRT) 20 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης και το σκορ αναγνώρισης ομιλίας 64% δίνεται ως το ποσοστό των σωστών απαντήσεων

Νευροαισθητήρια (οπισθοκοχλιακή) απώλεια ακοής που προκαλείται από ακουστικό νευρίνωμα. Ο ουδός αναγνώρισης της ομιλίας (SRT) 40 dB HL εκφράζεται ως επίπεδο έντασης, και το σκόρ διάκρισης της ομιλίας 24% δίνεται ως το μέγιστο ποσοστό των σωστών απαντήσεων


O σκοπός της μέτρησης της διακριτικής ικανότητας είναι να διαπιστωθεί εάν παρά την ικανότητα του εξεταζόμενου να αντιλαμβάνεται τους ήχους της ομιλίας υπάρχει δυσκολία στην διάκριση λεκτικών σχημάτων. Κατά την εξέταση αυτή, η ένταση ρυθμίζεται σε υψηλότερα επίπεδα από το κατώφλι πρόσληψης της ομιλίας και καταγράφεται το ποσοστό των λέξεων που αναγνωρίζονται σε συνάρτηση με την ένταση (σε dB) εκπομπής τους. Οι συναρτήσεις ονομάζονται καμπύλες διακριτικής ικανότητος και από το σχήμα τους μπορεί να διακρίνουμε την φύση της παθολογίας του αυτιού, αν δηλαδή η απώλεια είναι νευροαισθητηριακής φύσης ή αγωγιμότητας. Μετατόπιση της καμπύλης προς τα δεξιά (βλ. κατωτέρω διάγραμμα ομιλητικής ακουομετρίας) χωρίς αλλαγή σχήματος από την φυσιολογική καμπύλη (διακεκομμένη καμπύλη), συνεπάγεται βαρηκοΐα αγωγιμότητας (καμπύλη Ι), ενώ η αλλοίωση του σχήματος της καμπύλης συνεπάγεται νευροαισθητηριακή βαρηκοΐα (καμπύλες ΙΙ και ΙΙΙ).

Τα αποτελέσματα της ομιλητικής ακουομετρίας καταχωρούνται στο έντυπο του ομιλητικού ακουογράμματος, το οποίο στην αριστερή κάθετη πλευρά περιέχει την επί τοις % αντίληψη των αριθμών και λέξεων, στην δεξιά κάθετη πλευρά την επί τοις % απώλεια της διακριτικής ικανότητας και στην κάτω οριζόντια πλευρά του, την ένταση του ήχου σε dB.

Ομιλητικό ακουόγραμμα

Το ομιλητικό ακουόγραμμα απεικονίζεται σε ένα επίπεδο που ορίζεται από
δυο κάθετες μεταξύ τους συντεταγμένες. Στον οριζόντιο άξονα σημειώνεται η ένταση σε decibel και στον κάθετο η διακριτική ικανότητα σε εκατοστιαία αναλογία. Το ομιλητικό ακουόγραμμα είναι στην ουσία η καμπύλη της διακριτικής ικανότητας, η οποία παριστάνει το σύνολο των διακριτικών ικανοτήτων σε κάθε ένταση ομιλίας και έχει σχήμα S. Το ομιλητικό ακουόγραμμα αφορά κυρίως τις συχνότητες από 250 ΗΖ μέχρι 4000 ΗΖ. Η ομιλητική ακοομετρία αποτελεί μια εξέταση κατά την οποία μια τυποποιημένη λίστα λέξεων παρουσιάζεται στον εξεταζόμενο (είτε μαγνητοφωνημένη είτε με εκφορά των λέξεων «ζωντανά» από τον εξεταστή) μέσω ρυθμι
σμένου ακοογράφου. Η ένταση της φωνής δίνεται με τον ακουομετρητή αρχίζοντας πάντα με ένταση με 100 dB και στην συνέχεια σε κάθε δέκα λέξεις κατεβαίνουμε κατά 10 ή 5 dB μέχρι ο ασθενής να ακούει το 50% των λέξεων ή και λιγότερο. Στη συνέχεια, η διακριτική ικανότητα σε ένταση, μεταφέρεται στο ομιλητικό ακουόγραμμα και έτσι παίρνουμε την καμπύλη της διακριτικής ικανότητας. Η διαδικασία εκτέλεσης της ομιλητικής ακουομετρίας είναι όμοια μ’ αυτή της τονικής, μόνο που επιπλέον απαιτείται μία πηγή παραγωγής ομιλίας. Η πηγή αυτή μπορεί να είναι η φωνή του εξεταστή ή ένα κασετόφωνο ή δίσκο CD με ηχογραφημένο το απαραίτητο υλικό. Η χρήση του κασετόφωνου ή του δίσκου CD δίνει τη δυνατότητα ρύθμιση της έντασης ομιλίας που φτάνει στο αυτί του εξεταζόμενου, επακριβώς και κατά βούληση. Η μετάδοση της ομιλίας γίνεται στον εξεταζόμενο με τα ακουστικά ή με τα μεγάφωνα αν θέλουμε να έχουμε ομιλητική ακουομετρία ελεύθερου πεδίου. Στην δεύτερη περίπτωση εξετάζουμε και τα δύο αυτιά μαζί. 
Για τη σωστή διεξαγωγή της εξέτασης θεωρείται πρέπον να λαμβάνονται υπόψη τα εξής: 1) το υλικό που χρησιμοποιείται πρέπει να είναι καθορισμένο, β) η χροιά και η προφορά της φωνής του ομιλητή έχουν σημαντικό ρόλο, γ) η μέθοδος μέτρησης των αποτελεσμάτων πρέπει να ξεκαθαριστεί, δ) η ικανότητα του εξεταστή βάζει τη σφραγίδα της όλης εξέτασης.
Στην βαρηκοΐα αγωγιμότητας 
(καμπύλη Ι) η γραφική παράσταση είναι όμοια με της φυσιολογικής ακοής (διακεκομμένη καμπύλη), δηλαδή μοιάζει με S. Στηννευροαισθητήρια (κοχλιακή) βαρηκοΐα (καμπύλη ΙI), η διάκριση των λέξεων είναι μειωμένη. Η γραφική παράσταση είναι πιο βραχύτερη στο κάθετο σκέλος της και η διάκριση των λέξεων δεν βελτιώνεται, παρά την αύξηση της έντασης των χορηγούμενων λέξεων. Σε περιπτώσεις οπισθοκοχλιακής βλάβης (καμπύλη IΙI) η αύξηση της έντασης των λέξεων που χορηγούνται πέρα από ένα σημείο, προκαλεί μείωση της ικανότητας διάκρισης των λέξεων (φαινόμενο Rollover) (Αδαμόπουλος, 2001).
 
 
Διάγραμμα ομιλητικής ακουομετρίας
 
  Διάγραμμα ομιλητικής ακουομετρίας - καμπύλες διακριτικής ικανότητος
Ι) βαρηκοΐα αγωγιμότητος  ΙΙ) κοχλιακή βλάβη  ΙΙΙ) οπισθοκοχλιακή βλάβη
 



Οι χρήσεις της ομιλητικής ακοομετρίας είναι:

1. Διασταύρωση της εγκυρότητας του τονικού ακοογράμματος
2. Εκτίμηση και διάγνωση διαταραχών της ακοής, παρέχοντας πληροφορίες για τη θέση της βλάβης (κοχλιακή-οπισθοκοχλιακή βλάβη)
3. Εκτίμηση για πιθανά οφέλη απο την εφαρμογή ακουστικού βαρηκοϊας.
4. Εκτίμηση προ και μετά της εφαρμογής κοχλιακού εμφυτεύματος
5. Σχεδιασμός χειρουργικής προσπέλασης σε ασθενείς με ακουστικό νευρίνωμα, παράλυση προσωπικού νεύρου, νόσο Meniere (διαλαβυρινθική ή δια του μέσου κρανιακού βόθρου)
6. Αξιολόγηση βελτίωσης σε αιφνίδιες και αυτοάνοσες βαρηκοϊες

 

                                                                                                                       

 

 

 

Τυμπανομετρία

 
 
 

Με δυο λόγια... 

Αυτή η εξέταση μετρά την κίνηση του τυμπάνου. Η τυμπανομετρία είναι μία πολύ σημαντική εξέταση με την οποία μπορούμε με ακρίβεια να διαγνώσουμε την ύπαρξη υγρού πίσω από το τύμπανο, ιδιαίτερα στις δύσκολες και αμφίβολες περιπτώσεις. Διενεργείται με την είσοδο στο αυτί ενός μαλακού σωληνίσκου μέσω του οποίου εκπέμπεται ήχος. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αναπαριστάνεται γραφικά (τυμπανόγραμμα).

 

Η συσκευή(τυμπανογράφος)

 

 τυμπανογραφος Τυμπανογραμμα Παιδι

 

μέσω ενός πλαστικού βύσματος του αυτιού, χορηγεί ήχο και αυξομειώνει την πίεση του αέρα στον έξω ακουστικό πόρο, αναγκάζοντας έτσι το τύμπανο να κινηθεί. Ο τυμπανογράφος μετρά την ανάκλαση του ήχου και καταγράφει(τυμπανόγραμμα) το πόσο καλά κινείται το τύμπανο και πόση είναι η πίεση στο μέσο αυτί και παράγει μια φυσιολογική καμπύλη(τύπου A).


τυμπανογραμμα τυπου A
 

Οτιδήποτε εμποδίζει την φυσιολογική κίνηση του τυμπάνου( όπως το υγρό και η ωτίτιδα)παράγει παθολογική καμπύλη(πχ τύπου B)

 
τυμπανογραμμα τυπου BΕκκριτικη ωτιτιδα ΥΓΡΟ ΣΤΟ ΑΥΤΙΟΞΕΙΑ ΜΕΣΗ ΩΤΙΤΙΔΑ
                                                Εκκριτικη ωτιτιδα      Μεση ωτιτιδα
                                                         (υγρο)              
 

Η απόφραξη της ευσταχιανης σάλπιγγας(πχ από ρινίτιδα η κρεατακια) προκαλεί ελάττωση της πιέσεως στο μέσο αυτί και μετατόπιση της καμπύλης(τύπου C).


τυμπανογραφημα τυπου C


περισσότερα... 

Αποτελεί βασική και μία πολύ σημαντική εξέταση, στην εκκριτική ωτίτιδα αφού μπορούμε με ακρίβεια να διαγνώσουμε την ύπαρξη υγρού ιδιαίτερα στις δύσκολες και αμφίβολες περιπτώσεις. Επίσης σε όλες τις περιπτώσεις βαρηκοΐας αγωγιμότητας.

Προηγείται πάντοτε της μελέτης του ακουστικού αντανακλαστικού  στη βαρηκοΐα αντιλήψεως(νευροαισθητήριο).

Η μελέτη του ακουστικού αντανακλαστικού γίνεται επίσης με τον

τυμπανογράφο αφού κάθε δυνατός ήχος προκαλεί προστατευτική σύσπαση δυο πολύ μικρών μυών (τείνων το τύμπανο μυς και μυς του αναβολέα) στο μέσο αυτί που καθηλώνουν το τύμπανο και την κίνηση του που καταγράφει όπως προαναφέραμε η συσκευή. Έτσι στα παιδιά  ανευρίσκεται ο ουδός(ελάχιστη ένταση ήχου) εκλύσεως των αντανακλαστικών και διαγιγνώσκεται η βαρηκοΐα αντιλήψεως ενώ στους ενηλίκους εξετάζεται κυρίως η κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού και γίνεται τοπογραφική διαφοροδιάγνωση κεντρικής από περιφερική βλάβη(ακουστικό νευρίνωμα).

Η όλη διαδικασία είναι απλή προσαρμόζοντας στα αυτιά του αρρώστου ένα ακουστικό και ένα πλαστικό βύσμα χωρίς να είναι απαραίτητη η συνεργασία του. Μέχρι την ανακάλυψη των ακουστικών προκλητών δυναμικών(ABR) και των ωτοακουστικων εκπομπών(OAEs) προ λίγων ετών αποτελούσαν την μόνη αντικειμενική μέθοδο  για τη διάγνωση της βαρηκοΐας στα παιδιά και τους υποκρινόμενους. Και σήμερα όμως αποτελεί βασική εξέταση γιατί είναι πολύ γρήγορη και πρακτική και συνδυάζεται με τις νεότερες για την εξαγωγή ασφαλέστερου συμπεράσματος περί του επιπέδου ακοής ενός παιδιού.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν διενεργούμε τυμπανομετρία σε βρέφη (0-12 μηνών) και ιδίως σε νεογνά. Ο ήχος, που εκπέμπεται πρέπει να είναι 1000 Hz. Οποιοσδήποτε άλλος ήχος (πχ 220 Hz), όπως συνήθως αλλά λανθασμένα εφαρμόζεται, καθιστά την εξέταση άκυρη στη νεογνική-βρεφική ηλικία. Γενικά η τυμπανομετρία στη νεογνική ηλικία δεν είναι αξιόπιστη. Η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται σε αναπτυξιακούς παράγοντες όπως η χαλαρότητα του τυμπανοοσταριώδους συστήματος.





Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν διενεργούμε τυμπανομετρία σε βρέφη (0-12 μηνών) και ιδίως σε νεογνά. Ο ήχος, που εκπέμπεται πρέπει να είναι 1000 Hz.







Φυσιολογικές μετρήσεις στην τυμπανομετρία






 

Ακόμη περισσότερα...



 




Η τυμπανομετρία, ή ακουομετρία σύνθετης αντίστασης, είναι μία από τις μεθόδους της αντικειμενικής ακουομετρίας και βασίζεται στην μέτρηση της ηλεκτροακουστικής αντίστασης του αυτιού που δημιουργείται μετά από εκπομπή ήχου μέσα στο αυτί. Αντίθετα από την τονική ακουομετρία αυτή η μέθοδος δεν δίνει ποσοτική ένδειξη της απώλειας της ακοής αλλά εντοπίζει την φύση της ακουστικής βλάβης με μεγαλύτερη ακρίβεια από ότι η μέθοδος της τονικής ακουομετρίας. Έτσι λοιπόν, μπορεί να εξακριβωθεί αν η απώλεια της ακοής είναι νευροαισθητηριακής φύσης ή είναι βαρηκοΐα αγωγιμότητας, αν υπάρχει βλάβη στο μέσο αυτί και πού οφείλεται αυτή. 


Η μέθοδος επιτρέπει μια σειρά από μετρήσεις που γίνονται με διαφορετικά διαγνωστικά τεστ της μεθόδου και δίνουν ενδείξεις για: 
 1. την πίεση του μέσου αυτιού 
 2. την κινητικότητα της τυμπανικής μεμβράνης 
 3. την λειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας 
 4. την λειτουργία και κινητικότητα των οσταρίων του μέσου αυτιού 
 5. το κατώφλι του ακουστικού αντανακλαστικού (acoustic reflex) 

 6. την κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού

 7. τον λανθάνοντα χρόνο(καθυστέρηση) του ακουστικού αντανακλαστικού
 8. την ύπαρξη μη οργανικής ή λειτουργικής βαρηκοΐας(υποκρινόμενοι) 


Η ύπαρξη ή μη της νευροαισθητηριακής απώλειας της ακοής μπορεί να διαπιστωθεί με το τεστ του ακουστικού αντανακλαστικού αλλά ο βαθμός απώλειας δεν καθορίζεται με ακρίβεια. 



Τυμπανόγραμμα και ομόπλευρα (Ipsilateral) και ετερόπλευρα (αντίπλευρα contralateral) ακουστικά αντανακλαστικά




Ακουστικά αντανακλαστικά (Acoustic Reflexes Thresholds - ART), ουδός


Τα ομόπλευρα (Ipsilateral) και ετερόπλευρα (αντίπλευρα contralateral) ακουστικά αντανακλαστικά εκτελούνται, για να αξιολογηθεί η ακεραιότητα της οδού του ακουστικού αντανακλαστικού. 

Δεξί αυτί Αριστερό αυτί 
IPSI ερέθισμαContra ερέθισμαIPSI ερέθισμα Contra ερέθισμα
Παρόν/ΑπόνΠαρόν/ΑπόνΠαρόν/ΑπόνΠαρόν/Απόν


Ο ουδός (κατώφλι, κατώτατο όριο, ελάχιστη ένταση ήχου)) εκλύσεως του ακουστικού αντανακλαστικού, μετράται με ερεθίσματα 500, 1000, 2000 Hz. και ευρυζωνικούςς θορύβους (BBN). Δοκιμές στα 4000 Hz δεν συνιστώνται, διότι πολλοί νέοι άνθρωποι με φυσιολογική ακοή έχουν αυξημένο ουδό αντανακλαστικού (ταχεία προσαρμογή)  σε αυτή τη συχνότητα (Gelfand, 1984? Silman & Silverman, 1991).
Ο ουδός 3dB χαμηλότερος στα ομόπλευρα(Ipsilateral) από ότι στα ετερόπλευρα (αντίπλευρα contralateral


Κανονική είναι η διαφορά του ουδού 20 dB  μεταξύ θορύβου(BBN) και τόνου σε νεαρότερες ηλικίες. Το ART για καθαρό τόνο δεν αλλάζει με την αύξηση της ηλικίας σε ενήλικες με κανονική ακοή. Το ART για BBN αυξάνει με την αύξηση της ηλικίας.




Η ανεύρεση του ουδού του ακουστικού αντανακλαστικού
 

Η ανεύρεση του ουδού δεν επηρεάζεται από την κατεύθυνση αλλά προτιμάται η φθίνουσα μέθοδος απ 'ότι την αύξουσα (Jepsen 1963), με βήματα 5 dB για καθαρό ήχο και 1 ή 2 dB για BBN



Τα ομόπλευρα (Ipsilateral) και ετερόπλευρα (αντίπλευρα contralateral) ακουστικά αντανακλαστικά εκτελούνται, για να αξιολογηθεί η ακεραιότητα της οδού του ακουστικού αντανακλαστικού


Τα αντανακλαστικά είναι κανονικά παρόντα για αρκετά δυνατούς ήχους, σε σχέση με την ικανότητα ακοής.

  • Κανονικά χρειάζεται ήχος 70-90 dB για να παραχθεί ένα αντανακλαστικό σε ένα άτομο με φυσιολογική ακοή, ή ένα άτομο με ήπια έως μέτρια κοχλιακή απώλεια ακοής. Ο ουδός του αντανακλαστικού είναι συνήθως 10-20 dB κάτω από το όριο δυσφορίας. 
  • Τα αντανακλαστικά μπορεί να απουσιάζουν ακόμη και σε πιο δυνατά ερεθίσματα σε άτομα με:
    • Αγώγιμη απώλεια ακοής
      • Ωτοσκλήρυνση, ή άλλη ασθένεια του μέσου ωτός. Το αντανακλαστικό μπορεί επίσης να είναι διφασικό σε πρώιμα στάδια και μετά να αναστραφεί (Ried et al, 2000)
      • Ή καθήλωση της αλύσου στο αυτί με τον αισθητήρα.
    • Σοβαρή νευροαισθητηριακή απώλεια ακοής
    •  Απώλεια ακοής τύπου νεύρου (όπως σε ακουστικό νευρίνωμα)
    • Τραυματισμός 7ου νεύρου από την πλευρά που μετράει ο αισθητήρας.


Φυσιολογικές τιμές του ακουστικού αντανακλαστικού





Φυσιολογικές τιμές του ουδού του ακουστικού αντανακλαστικού με την ηλικία



Ο φυσιολογικός ουδός κυμαίνεται περίπου από 85 έως 100 dB SPL για ερεθίσματα καθαρού τόνου (Gelfand, 1984), και 70-75 dB SPL (10-20 dB χαμηλότερα)  για ευρυζωνικούς θορύβους (BBN). (Margolis, 1993)

  • Αγώγιμη παθολογία: Το ακουστικό αντανακλαστικό:
    • συνήθως απουσιάζει στο αυτί με τον αισθητήρα, επειδή η παθολογία αποτρέπει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις αλλαγές στην σύνθετης αντίστασης. Μπορεί να παράγεται στο 50% των περιπτώσεων, όταν η βαρηκοΐα είναι = 5 dB (Jerger 1974). Η απουσία του στα 1000 Hz στα 110 dB HL είναι ισχυρή ένδειξη αγώγιμης παθολογίας.
    • τυπικά αυξημένο στο αυτί με το ερέθισμα, κατά το ποσοστό  της βαρηκοΐας αγωγιμότητας(του χάσματος ακοής αέρος-οστού). Απόν εάν η βαρηκοΐα είναι πάνω ​​από τη δυνατότητα του μέγιστου επίπεδου ερεθίσματος (gap: 42 dB, max: 125 dB). Μπορεί να παράγεται στο 50% των περιπτώσεων, όταν η βαρηκοΐα είναι = 27 dB (Jerger 1974, max: 110dB)
  • Νευροαισθητήρια παθολογία: Ο ουδός εξαρτάται από την απώλεια της ακοής. Σε βαρηκοΐες μικρότερες των 60 dB το αντανακλαστικό είναι παρόν.
  • Οπισθοκοχλιακή παθολογία: Ο ουδός είτε είναι αυξημένος(> 90% των περιπτώσεων) πάνω από ότι θα ήταν σε νευροαισθητήρια απώλεια ακοής ή απουσιάζει.



Βαρηκοΐα αγωγιμότητας στο δεξιό αυτί



Συνήθως, οι βλάβες στις κοχλιακές περιοχές παράγουν μια αλλαγή στο κατώφλι του ακουστικού αντανακλαστικού μόνο για τα ερεθίσματα του θορύβου ευρείας ζώνης, όχι για ερεθίσματα καθαρού τόνου, έως ότου η απώλεια ακοής υπερβαίνει περίπου τα 60 dB HL.




Σε μέτρια νευροαισθητήρια απώλεια ακοής το ακουστικό αντανακλαστικό είναι φυσιολογικό



Όταν η απώλεια ακοής είναι κοχλιακής προέλευσης και η απώλεια υπερβαίνει τα 60 dB HL, μπορεί να υπάρχει μια αύξηση στο όριο του ακουστικού αντανακλαστικού ακόμη και για ερεθίσματα καθαρού τόνου. Όταν το ακουστικό αντανακλαστικό είναι παρόν η απώλεια της ακοής δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 60 dB HL. Ο προσδιορισμός του ουδού του ακουστικού αντανακλαστικού μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις νευροαισθητήριας απώλεια ακοής και να παρέχει διαφορική διάγνωση της βλάβης ακοής.




Αύξηση στον ουδό του ακουστικού αντανακλαστικού σε νευροαισθητήρια απώλεια ακοής μεγαλύτερη των 50 dB HL


Όταν ο ουδός του ακουστικού αντανακλαστικού βρίσκεται σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα αποδίδεται σε βλάβη της κοχλιακής περιοχής.

Σε ασθενείς με οπισθοκοχλιακή βλάβη (ακουστικού-κρανιακού νεύρου VIII και χαμηλά στο εγκεφαλικό στέλεχος), το ακουστικό αντανακλαστικό μπορεί να είναι αυξημένο ή να απουσιάζει. Ένας ασυνήθιστα υψηλός ουδός ή απουσία του ακουστικού αντανακλαστικού, με απώλεια ακοής λιγότερο από 60 dB HL είναι στοιχεία που να υποστηρίζουν μια οπισθοκοχλιακή της βλάβη.




Απουσία του ακουστικού αντανακλαστικού, με απώλεια ακοής λιγότερο από 60 dB HL και παθολογική κόπωση είναι στοιχεία που  υποστηρίζουν οπισθοκοχλιακή βλάβη


Οπισθοκοχλιακή βλάβη

--- Αυξημένα ART (> 90% των περιπτώσεων) πάνω από το φυσιολογικό ή από ότι σε κοχλιακή βλάβη, ή απουσιάζει τελείως ακόμη και στο μέγιστο ερέθισμα.
--- Αγώγιμη διαταραχή πρέπει να αποκλειστεί
--- Θετική κόπωση του αντανακλαστικού
--- Μεταξύ των αυτιών σύγκριση ART:> 15 dB σε περισσότερες από μία ζώνες συχνοτήτων (Chiveralls, 1977),> 10 dB σε δύο παρακείμενες συχνότητες (Prasher & Cohen 1993),  >ART σε 90%  + 85% κόπωση AR:  σε οπισθοκοχλιακές βλάβες




Τα ακουστικά αντανακλαστικά στις νευρολογικές  βλάβες



Διαταραχές πιο πάνω από το αντανακλαστικό μονοπάτι(πχ φλοιού) δεν επηρεάζουν το ακουστικό αντανακλαστικό.
Οι απομυελινωτικές και νευρομυϊκές βλάβες επηρεάζουν το ακουστικό αντανακλαστικό.
Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα με ακουστικές διαταραχές επεξεργασίας (APD) δείχνουν απουσία ή αυξημένα ακουστικά αντανακλαστικά. Το σύμπλεγμα της άνω ελαίας έχει κοινή συμμετοχή στο ακουστικό αντανακλαστικό και στη διαχείριση των ακουστικών ικανοτήτων που εμπλέκονται στην ακουστική επεξεργασία. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν παράταση και στον λανθάνοντα χρόνο του ακουστικού αντανακλαστικού σε παιδιά με διαταραχές της ακουστικής  επεξεργασίας. Παρατηρήθηκε παράταση στον λανθάνοντα χρόνο του αντίπλευρου αντανακλαστικού όταν συγκριθεί με τα ομόπλευρα αποτελέσματα.

Αποτελέσματα του αντανακλαστικού ανάλογα με την εντόπιση της βλάβης



 A = absent(απόν) E = elevated(αυξημένο) N = normal(φυσιολογικό) D = decay (κόπωση). Αποτελέσματα που είναι μεταβλητά εξαρτώνται από τη σοβαρότητα της κατάστασης ή της απώλεια ακοής.





Νευροωτολογική - ακουολογική διαφορική διάγνωση







Κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού (Reflex Decay)


Κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού είναι η μείωση του μεγέθους του ακουστικού αντανακλαστικού κατά τη διάρκεια ενός παρατεταμένου ερεθίσματος. Η κόπωση του αντανακλαστικού μετριέται μόνο στα 500 και 1000 Hz, διότι η ταχεία προσαρμογή είναι συχνή σε υψηλότερες συχνότητες, όπως φαίνεται στην κατωτέρω εικόνα. 


Η κόπωση του αντανακλαστικού μετριέται μόνο στα 500 και 1000 Hz, διότι η ταχεία προσαρμογή είναι συχνή σε υψηλότερες συχνότητες
Το ακουστικό ερέθισμα είναι 10 db πάνω από τον ουδό του αντανακλαστικού για 10 sec σε διαφορετικές συχνότητες. Συνήθως η κόπωση του αντανακλαστικού γίνεται μεγαλύτερη καθώς η συχνότητα γίνεται υψηλότερη ,στην περίπτωση αυτή, στα 4000 HZ η κόπωση του αντανακλαστικού είναι περισσότερο από 50% μετά από 10 sec.

Η κόπωση του αντανακλαστικού τυπικά μετράται ετερόπλευρα (αντίπλευρα). Η κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού δεν είναι φυσιολογική, αν το εύρος της απόκλισης του ακουστικού αντανακλαστικού μειώνεται περισσότερο από 50% κατά τη διάρκεια των πρώτων 10 δευτερολέπτων. Παθολογική κόπωση του ακουστικού αντανακλαστικού σχετίζεται με οπισθοκοχλιακές παθολογίες (πχ ακουστικό νευρίνωμα).

Κόπωση ακουστικού αντανακλαστικού Reflex decay
 
Κόπωση ακουστικού αντανακλαστικού Reflex decay


Στις οπισθοκοχλιακές βλάβες η κόπωση του αντανακλαστικού στα 500 Hz είναι καλύτερη στη πρώτα 5 δευτερόλεπτα από ό,τι στα δεύτερα 5 σε σχέση με τα 1000 Hz, 

Στα 1000 Hz η κόπωση AR στο ≧ 50% των περιπτώσεων συμβαίνει μέσα σε 5 sec και ≦ 50%,  σε 6-10 sec: ειδικότητα 99%  (Ferguson 1996)


Σε ακουστικό νευρίνωμα το τυμπανόγραμμα είναι φυσιολογικό άμφω, αλλά δεν εκλύονται ακουστικά αντανακλαστικά με την ακουστική διέγερση στο πάσχων αυτί. Όταν η κεφαλή μέτρησης ήταν στο υγιές αυτί, σύσπαση του μυός του αναβολέα παρατηρήθηκε μόνο με ομόπλευρο (ipsi) διέγερση. Όταν το άκρο μέτρησης ήταν στο πάσχων αυτί, η σύσπαση του μυός του αναβολέα παρατηρήθηκε μόνο όταν το ακουστικό ερέθισμα δόθηκε αντίθετα (contra).


Τα ακουστικά αντανακλαστικά δεν εκλύονται με την ακουστική διέγερση στο πάσχων(αριστερό) αυτί.


Ακουστικά αντανακλαστικά σε ακουστικό νευρίνωμα στο αριστερό αυτί




Λανθάνων χρόνος ακουστικού αντανακλαστικού(Acoustic Reflex Latency Test "ARLT")


Λανθάνων χρόνος(καθυστέρηση) ακουστικού αντανακλαστικού, είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την έναρξη ενός έντονου ακουστικού ερεθίσματος μέχρι την έναρξη της σύσπασης των μυών του μέσου ωτός.

Η μελέτη μπορεί να γίνει με ερέθισμα 10 dB πάνω από τον ουδό του ακουστικού αντανακλαστικού, ομόπλευρα και ετερόπλευρα στις συχνότητες 500, 1000, 2000 και 4000 Hz

Η καθυστέρηση του αντανακλαστικού σε φυσιολογικά άτομα είναι 107 msec, που μπορεί να κυμαίνεται από 40-180 (Bosatra και Russolo, 1976).
150 msec σε 80 dB SL και 40 msec σε 100 dB SL (Metz 1951)
ARL μικρότερο καθώς το επίπεδο του ακουστικού ερεθίσματος αυξάνεται (20- <300 ms) (Bosatra 1984)
Μικρότερος λανθάνων χρόνος στο 95% των φυσιολογικών ορίων: 51 ms (Qiu, Stucker 1997)
Εντός του φυσιολογικού εύρους είναι ο λανθάνων χρόνος σε κοχλιακές βλάβες, αλλά> 200ms σε οπισθοκοχλιακές. Οι οπισθοκοχλιακές βλάβες προκαλούν σημαντική παράταση του λανθάνοντος χρόνου.

Το ARLT φαίνεται να έχει ένα υψηλότερο ποσοστό απόδοσης από τα BERA, ενώ παρέχει συγκρίσιμες πληροφορίες διάγνωσης σε σημαντική εξοικονόμηση χρόνου, κόστους και προσωπικού.

Επειδή απαιτούνται πολλές τεχνικές λεπτομέρειες για την περιγραφή όλων των τεστ της μεθόδου αυτής, θα αναφερθούμε μόνο στο κυριότερο διαγνωστικό τεστ της μεθόδου που φέρει το όνομά της και είναι η τυμπανομετρία. Η τυμπανομετρική εξέταση μας δίνει μια εικόνα της κατάστασης του μέσου αυτιού. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα κατά την ακουολογική αξιολόγηση των παιδιών, διότι τα παιδιά υποφέρουν συχνά από παθήσεις του μέσου αυτιού όπως οι ωτίτιδες που, όταν συμβαίνουν συχνά, επιβαρύνουν την πρόσληψη και την ανάπτυξη του λόγου. Επίσης χρησιμοποιείται για την ακουολογική εξέταση παιδιών και ενηλίκων με ειδικές ανάγκες (π.χ. νοητική υστέρηση), μια και ο χρόνος μέτρησης είναι ελάχιστος (60-90 sec ανά αυτί) και τα αποτελέσματα είναι αντικειμενικά, δηλαδή δεν εξαρτώνται από την συγκέντρωση, την ικανότητα ή την διάθεση του εξεταζόμενου.  
Κατά την τυμπανομετρική εξέταση μετριέται η κινητικότητα της τυμπανικής μεμβράνης κατά την διάρκεια μεταβολών πίεσης του αέρα που δημιουργούνται στον έξω ακουστικό πόρο με την εκπομπή ηχητικού σήματος συχνότητας 220 Ηz. Η είσοδος του ήχου στην κοιλότητα του ακουστικού πόρου δημιουργεί πίεση αέρος. Στο φυσιολογικό μοντέλο, όσο αυξάνεται η πίεση στο έξω αυτί τόσο ευρύνεται η κοιλότητα του έξω ακουστικού πόρου με την ευκαμψία της τυμπανικής μεμβράνης, έτσι ώστε η πίεση του αέρα στο έξω και μέσο αυτί να είναι ίση με την ατμοσφαιρική πίεση. Τότε η τυμπανική μεμβράνη έχει την μέγιστη κινητικότητα. Αν η κινητικότητα της τυμπανικής μεμβράνης είναι μικρότερη του φυσιολογικού τότε η πίεση που δημιουργείται στο έξω αυτί με την εκπομπή του ήχου είναι μεγαλύτερη από του μέσου αυτιού. Η τιμή πίεσης στο μέσο αυτί είναι αρνητική και αποτελεί διαγνωστική ένδειξη για την κατάσταση της τυμπανικής μεμβράνης. Οι διάφορες αποκλίσεις στην κινητικότητα της μεμβράνης από το φυσιολογικό μπορούν να ερμηνευτούν διαγνωστικά και αναπαριστούνται με γραφικές παραστάσεις, τα τυμπανογραφήματα (βλ. εικόνες ανωτέρω). Παραδείγματος χάριν, αν υπάρχει δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας, τότε δημιουργείται αρνητική πίεση στο μέσο αυτί. Αυτό μπορεί να συμβεί διότι δεν γίνεται καλή εξαέρωση στο μέσο αυτί με αποτέλεσμα να απορροφηθεί ο στατικός αέρας που υπάρχει μέσα (
καμπύλη τύπου C). Επίσης, το κλείσιμο της ευσταχιανής σάλπιγγας μπορεί να δημιουργήσει υγρό στο μέσο αυτί με αποτέλεσμα την μείωση της κινητικότητας της τυμπανικής μεμβράνης και την δημιουργία αρνητικής πίεσης στο μέσο αυτί (καμπύλη τύπου B).


 

 
                                                                                                                      
 
 
 
 

Ακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους ενηλίκων  (ABR)

 
 
 
 ABRακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικου στελεχους
 
 
 
Τα ακουστικά προκλητά δυναμικά είναι ηλεκτρονική αντικειμενική μέθοδος εξέτασης της ακοής, που καταγράφει τα ηλεκτρικά δυναμικά στα οποία μετατρέπονται τα ηχητικά κύματα στο ακουστικό νεύρο και τον εγκέφαλο.
Με τη μέθοδο αυτή καταγράφουμε με ηλεκτρόδια που τοποθετούνται στο κεφάλι, τις απαντήσεις του ακουστικού νευρικού συστήματος σε διάφορες εντάσεις ήχου.
Στα ακουστικά προκλητά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους(ABR) χορηγούνται, ακουστικά ερεθίσματα με τη μορφή κλίκ (clicks=μια σειρά από διακοπτόμενους ήχους), τα οποία προκαλούν νευροηλεκτρική δραστηριότητα(ηλεκτρικά δυναμικά) της κεντρικής ακουστικής οδού(ακουστικό νεύρο και εγκέφαλος) για 12,5 msec μετά από την εκπομπή τους, η οποία και καταγράφεται με ηλεκτρόδια, που τοποθετούνται στο κεφάλι του εξεταζόμενου.
Οι πρώτες πέντε κυματομορφές (κύματα Ι εως V)που καταγράφονται με την μορφή γραφικής παράστασης από ένα κομπιούτερ, αξιολογούνται ως προς το μέγεθος και το χρόνο που μεσολάβησε από τη χορήγηση του ακουστικού ερεθίσματος έως την εμφάνισή τους(καθυστέρηση ή λανθάνων χρόνος).
Τα ακουστικά προκλητά δυναμικά του εγκεφαλικού στελέχους αποτελούν σήμερα την πιο αξιόπιστη μέθοδο αντικειμενικής εκτίμησης της ακουστικής λειτουργίας, που χρησιμοποιείται
1)στην ανιχνευτική εξέταση της ακοής των νεογνών,
2)στη διάγνωση και στη διαφορική διάγνωση της βαρηκοΐας (ακουστικό νευρίνωμα).
Η μέθοδος χρησιμοποιείται επίσης στη διεγχειρητική παρακολούθηση της ακουστικής λειτουργίας (monitoring) σε επεμβάσεις
(π.χ. ακουστικό νευρίνωμα, όγκοι γεφυροπαρεγκεφαλιδικής γωνίας) και σε ασθενείς που βρίσκονται σε κωματώδη κατάσταση.
Η διαγνωστική αξία της μεθόδου, οφείλεται στη μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα που διαθέτει για την αντικειμενική εκτίμηση της ανατομικής και λειτουργικής ακεραιότητας του ακουστικού συστήματος.
Η κυματομορφή ABR, αποτελείται από τα βασικά κύματα Ι–III–V. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αξιολογείται από την παρουσία ή μη της κυματομορφής, από τη μορφολογία των κυμάτων, από το εύρος (amplitude), τον λανθάνοντα χρόνο (wave latency) και τους διακυματικούς χρόνους (interwave latency).


 
ΑΚΟΥΣΤΙΚΑ ΠΡΟΚΛΗΤΑ ΔΥΝΑΜΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΟΥΣ (ΑΠΔΣ) ή (ABR) 

Είναι πολύ μικρά δυναμικά εύρους περί ένα μν. 

Μπορούν να εγγραφούν μακριά από τον τόπο παραγωγής. 

Καταγράφονται κύρια (5) πέντε κύματα ή (7) επτά. 

Το 1ο κύμα Ι παρουσιάζεται 1.5-2 ms μετά την πρόκληση. Προέρχεται από τον κοχλία. Πολύ καθαρό στα παιδιά λιγότερο στους μεγάλους. 

Το 2ο κύμα ΙΙ έχει λανθάνοντα χρόνο (ΛΧ) 3 ms και προέρχεται από την περιοχή των κοχλιακών πυρήνων. 

Το κύμα ΙΙΙ λανθ. Χρόνου 4 ms προέρχεται από το σύμπλεγμα ελαίας. 

Κύμα ΙV λανθ. Χρόνου 5 ms από τον έσω λημνίσκο. 

Κύμα V λανθ. χρόνου 6 ms από τα διδύμια. 

Κύμα VΙ λανθ. χρόνου 7-8 ms προέλευση δεν έχει προσδιοριστεί. 

Κύμα VΙΙ λανθ. χρόνου 9 ms προέλευση άγνωστη. 

Έχουν αξία και για την ακουολογική διάγνωση αλλά και για την πρώιμη διάγνωση της κατά πλάκας σκλήρυνσης (disseminated sclerosis) ή άλλων βλαβών τον στελέχους.

 
 
 
Ακουστικά προκλητά δυναμικά (ABR). Φυσιολογική κυματο-μορφή. Κύματα I-II-III-IV-V.
Ακουστικά προκλητά δυναμικά (ABR). Φυσιολογική κυματο-μορφή. Κύματα I-II-III-IV-V.
 

Σε οπισθοκοχλιακές βλάβες παρατηρείται ανώμαλη μορφολογία της κυματομορφής, απουσία κυμάτων, επιμήκυνση λανθάνοντα χρόνου και διακυματικού χρόνου.
 
 
 
Ακουστικά προκλητά δυναμικά (ABR). Πάνω Φυσιολογικές κυματομορφές. Κάτω Παθολογικές κυματομορφές σε νευρίνωμα.
 
Ακουστικά προκλητά δυναμικά (ABR). Πάνω Φυσιολογικές κυματομορφές. Κάτω Παθολογικές κυματομορφές σε ακουστικό νευρίνωμα.

Ίσως η πιο χρήσιμη και αξιόπιστη ακουολογική δοκιμή που διατίθενται σήμερα στην διαφοροδιάγνωση μεταξύ των κοχλιακών και οπισθοκοχλιακών βλαβών είναι τα ακουστικά προκλητά δυναμικά εγκεφαλικού στελέχους (ABR). Η ABR κυματομορφή τυπικά προκαλείται με ένα ακουστικό παλμό μικρής διάρκειας που δίδεται στο αυτί σε μια προκαθορισμένη ένταση. Σε επίπεδα υψηλής έντασης, το ακουστικό ερέθισμα προκαλεί πέντε κορυφές. Οι κορυφές ταυτοποιήθηκαν το πρώτο και κατηγοριοποιήθηκαν από τους Jewett and Williston. Τρεις από αυτές τις κορυφές (κύματα Ι, ΙΙΙ και V) είναι οι κύριες και είναι γενικά αποδεκτό ότι αντιστοιχούν, στην πυροδότηση των νευρώνων πρώτης τάξης του κρανιακού νεύρου VIII (κύμα Ι),στο σύμπλεγμα της άνω ελαίας (κύμα III), και στα κατώτερα διδύμια (κύμα V). Αυτά τα τρία μεγάλα κύματα είναι παρόντα ανά περίπου 2-msec διαστήματα (παιδιά και ενήλικες με κανονική ακοή) μετά την έναρξη του ακουστικού ερεθίσματος σε επίπεδα υψηλής έντασης. Όπως αποκαλύπτεται στην κατωτέρω εικόνα, καθώς η ένταση του ερεθίσματος μειώνεται, το πλάτος όλων των κορυφών μειώνεται, ο λανθάνων χρόνος κάθε κορυφής αυξάνεται, και η δυνατότητα επανάληψης των πρώτων κυμάτων (Ι και III) μειώνεται. Μόνο το κύμα V είναι αναγνωρίσιμο σε οριακά επίπεδα.


καθώς η ένταση του ερεθίσματος μειώνεται, το πλάτος όλων των κορυφών μειώνεται, ο λανθάνων χρόνος κάθε κορυφής αυξάνεται, και η δυνατότητα επανάληψης των πρώτων κυμάτων (Ι και III) μειώνεται. Μόνο το κύμα V είναι αναγνωρίσιμο σε οριακά επίπεδα.
ουδός ακοής στα 20dB SLΟι απαντήσεις δίνονται σε συνάρτηση της μείωσης του επιπέδου της ακουστικής διέγερσης. Το χρονικό παράθυρο είναι 10 msec. Τα βέλη δείχνουν την αναγνώριση των κυμάτων V. 


ακουστικά προκλητά δυναμικά στελέχους ABR ουδός ακοής

Ακουστικά προκλητά δυναμικά στελέχους ABR ουδός ακοής 
στα 25 dB HL



προκλητά δυναμικά ουδός ακοής


 
 
 
 
 
 
Ακουστικά προκλητά δυναμικά ουδός ακοής στα 20dB HL



Τα αποτελέσματα ABR σε ασθενείς με κοχλιακή απώλεια ακοής συνήθως αποκαλύπτουν κανονική κυματομορφή ABR και λανθάνοντες χρόνους σε επίπεδα υψηλής έντασης, αλλά με έναν αυξημένο "ουδό" ABR σε συνάρτηση όμως με την υπάρχουσα κοχλιακή βαρηκοΐα. Σε ασθενείς με οπισθοκοχλιακή αλλοίωση, η περιοχή της βλάβης επηρεάζει τα αποτελέσματα. Εάν μια χωροκατακτητική εξεργασία είναι παρούσα στο εγκεφαλικό στέλεχος, αλλά μετά τους νευρώνες πρώτης τάξης του κρανιακού νεύρου VIII, το κύμα Ι μπορεί να είναι φυσιολογικό, αλλά όλα τα επόμενα κύματα μπορεί να απουσιάζουν ή να καθυστερούν σημαντικά. Αν η βλάβη επηρεάζει τη λειτουργία των νευρώνων πρώτης τάξης του κρανιακού νεύρου VIII, μπορεί να μην παράγονται καθόλου κυματομορφές.

Ακουστικά προκλητά δυναμικά (ABR). Πάνω Φυσιολογικές κυματομορφές. Κάτω Παθολογικές κυματομορφές σε νευρίνωμα.

Για παράδειγμα σε ακουστικό νευρίνωμα στην αριστερή γεφυροπαρεγκεφαλιδική γωνία, τα αποτελέσματα ABR με ερέθισμα 75 dB HL, στο δεξί αυτί αποκαλύπτουν μία καλά αναπαραγόμενη κυματομορφή με φυσιολογικούς απόλυτους και ενδοκυματικούς λανθάνοντες χρόνους. Η απάντηση από το αριστερό αυτί αποκαλύπτει φτωχή δυνατότητα επανάληψης των κυμάτων III και V, αυξημένους λανθάνοντες χρόνους των κυμάτων III και V, και κατά συνέπεια, μη φυσιολογικούς Ι-ΙΙΙ και I-V διακυματικούς λανθάνοντες χρόνους.

Η δοκιμασία ABR χρησιμοποιείται συχνά στην προεγχειρητική αξιολόγηση των ασθενών με υποψία όγκου του κρανιακού νεύρου VIII και διαταραχές χαμηλά στο στέλεχος. Μια πρόσθετη εφαρμογή είναι η χρήση της διαδικασίας για την παρακολούθηση των αλλαγών στη λειτουργία του ακουστικού συστήματος διεγχειρητικά. Συγκεκριμένα, αφού ένα αναπαραγόμενο ABR μπορεί να προκληθεί προεγχειρητικά, είναι σύνηθες να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία διεγχειρητικά και να παρακολουθεί την ακεραιότητα του κοχλία και του κρανιακού νεύρου VIII (κύμα Ι) και να αξιολογούνται περισσότερο οι κεντρικές ακουστικές δομές (κύματα III και V) καθώς εξελίσσεται η χειρουργική επέμβαση. Διεγχειρητικές αλλαγές στους λανθάνουσες χρόνους της κυματομορφής ABR μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων των χειρουργικών διαδικασιών σχετικά με τα χαρακτηριστικά μετάδοσης εντός του ακουστικού συστήματος, αλλά αυτά δεν είναι μετρήσεις σε πραγματικό χρόνο. Η άμεση μετεγχειρητική παρακολούθηση ABR παρέχει επίσης αντικειμενική απόδειξη της ακεραιότητας του περιφερικού ακουστικού συστήματος πριν από το τελικό κλείσιμο του χειρουργικού πεδίου.

Η μέθοδος των ακουστικών προκλητών δυναμικών του εγκεφαλικού στελέχους, σε συνδυασμό με τις άλλες αντικειμενικές μεθόδους των ωτοακουστικών εκπομπών και των ακουστικών αντανακλαστικών, χρησιμοποιείται στην εξέταση της ακοής νεογνών και μικρών και δύσκολων παιδιών (hard to test children).
Η δοκιμή ABR μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία ακουστικής νευροπάθειας (όπου δεν καταγράφονται). Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να συνδυαστεί με ακουστικές εκπομπές (που καταγράφονται).  


Δείτε τα Ακουστικά προκλητά δυναμικά σε ακουσικό νευρίνωμα
 
 


 

Ωτοακουστικές εκπομπές (ΟΑΕs)

 
 
 Ωτοακουστικές εκπομπές σε παιδι
 
 
Οι ωτοακουστικές εκπομπές (ΟΑΕs) είναι ήχοι χαμηλής έντασης που παράγονται από το φυσιολογικό κοχλία(εσωτερικό αυτί) και ανιχνεύονται στον αποφραγμένο με ένα καλώδιο έξω ακουστικό πόρο, με ειδική συσκευή που είναι συνδεδεμένη με υπολογιστή. Η παραγωγή τους σχετίζεται με τη φυσιολογική λειτουργία των έξω τριχωτών κυττάρων του κοχλία, που διαθέτουν ηλεκτρο-μηχανικές ιδιότητες και συμβάλουν στην ενίσχυση του ήχου από τον κοχλία. Η καταγραφή των ΟΑΕ προϋποθέτει φυσιολογικό και καθαρό, χωρίς βύσματα ή υγρά ακουστικό πόρο και ελεύθερο μέσο αυτί(χωρίς ωτίτιδα η υγρό). Διακρίνονται σε αυτόματες και προκλητές. Οι αυτόματες ωτοακουστικές εκπομπές παράγονται χωρίς την ύπαρξη εξωτερικών ακουστικών ερεθισμάτων και παρατηρούνται στο 50-60% των φυσιολογικών ατόμων. Οι προκλητές δημιουργούνται με τη χορήγηση εξωτερικών ακουστικών ερεθισμάτων και ανιχνεύονται σε σχεδόν όλους τους φυσιολογικά ακούοντες.Οι αυτόματες ωτοακουστικές εκπομπές(SOAE), οι προκλητές παροδικές ωτοακουστικές εκπομπές (ΤΕΟΑΕ) και οι ωτοακουστικές εκπομπές προϊόντων ακουστικής παραμόρφωσης (DPOAE) παράγονται σε φυσιολογικά επίπεδα, σε άτομα με φυσιολογική ακοή ή με μικρού βαθμού έκπτωση της ακοής μέχρι 30 dB.
Η ανάλυση των ωτοακουστικών εκπομπών (ΟΑΕ) αποτελεί την πιο την πιο αξιόπιστη και διαδεδομένη μέθοδο αντικειμενικής εξέτασης της κοχλιακής λειτουργίας και κατά κύριο λόγο της λειτουργίας των έξω τριχωτών κυττάρων με παρά πολλές εφαρμογές σε παιδιά και ενήλικες. Η μέθοδος ΟΑΕ χρησιμοποιείται σαν ανιχνευτική εξέταση της ακοής νεογνών, στον έλεγχο της ακοής παιδιών, στη διαφορική διάγνωση της βαρηκοΐας, στη διάγνωση της ακουστικής νευροπάθειας, στον έλεγχο της ακοής παιδιών που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία με ωτοτοξικά φάρμακα. Στους ενήλικες, η μέθοδος χρησιμοποιείται για τη διαφορική διάγνωση της νευροαισθητήριας βαρηκοΐας, της λειτουργικής βαρηκοΐας, για τον έλεγχο και την παρακολούθηση της ακοής ατόμων που εργάζονται σε έντονο θόρυβο, για την παρακολούθηση της ακοής στη νόσο του Meniere, στην οξεία πτώση της ακοής, και στις εμβοές.
 



Ηλεκτροκοχλιογραφία (ECOG)


Η ECOG είναι μια παραλλαγή των ABR όπου ένα ηλεκτρόδιο τοποθετείται επί ή εντός του τυμπάνου του για να αυξήσει το μέγεθος του κύματος I των ABR.
Η ECOG μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της νόσου του Meniere και σχετικών καταστάσεων.Η ECOG είναι δύσκολη τεχνικά και για το λόγο αυτό δεν είναι πάντα σε χρήση, και είναι επίσης χρήσιμη διαγνωστικά μόνο όταν είναι θετική. 

Ηλεκτροκοχλιογραφία (ECOG)


  


 
ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ   Εμβοές
 
 
 
 
Επιστημονικός Συνεργάτης
  
right_gradiant2